ἀτραπός

ἀτραπός
Grammatical information: f.
Meaning: `(foot)path' (Hdt.).
Other forms: ἀταρπός (Il.). ἀταρπιτός (Il.), ἀτραπιτός (Od.) after ἁμαξιτός (s. v.; and Kretschmer KZ 38, 129). ἀτραπητός AB 460.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Generally taken as α copulativum and the verbal stem τραπ- seen in τραπέω `tread (grapes)' (s. v.), with o-grade in τροπέοντο ἐπάτουν H. Possible, though the formation is strange. Rather a substr. word given the meaning, and the change αρ\/ρα: with IE words one of the variants is analogical, which seems impossible here. Russ. tropá id. (Fraenkel Gedenkschr. Kretschmer 1, 104) could point to a European substr. word (cf. Beekes 125 J. Idg.)
Page in Frisk: 1,180-181

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀτραπός — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ατραπός — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 880 μ., 174 κάτ.) του νομού Φλωρίνης. Βρίσκεται στα νότια της πόλης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Περάσματος. * * * η (AM ἀτραπός, Α και ἀτραπός και ἀταρπιτός) στενό πέρασμα, μονοπάτι νεοελλ. (τοπογρ.) όρος που… …   Dictionary of Greek

  • ατραπός — η πολύ στενός δρόμος, μονοπάτι: Στο χωριό οδηγούσε μονάχα μια ατραπός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀταρπιτοί — ἀτραπός fem nom/voc pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀταρπιτοῦ — ἀτραπός fem gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀταρπιτῶν — ἀτραπός fem gen pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀταρπιτόν — ἀτραπός fem acc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀταρπιτός — ἀτραπός fem nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀταρποῖς — ἀτραπός fem dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀταρποί — ἀτραπός fem nom/voc pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀταρποῦ — ἀτραπός fem gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.